Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου θωρακίζουν την εγχώρια αγορά τους, ενώ ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή προκαλεί πρωτοφανείς αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή εφοδιαστική αλυσίδα
Ένα εξαιρετικά ανησυχητικό μήνυμα εκπέμπουν οι τελευταίες εξελίξεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Μέσα σε λίγες ημέρες, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα προχωρούν ή εξετάζουν κινήσεις περιορισμού των εξαγωγών καυσίμων, προκαλώντας νέα ερωτήματα για την επάρκεια της διεθνούς προσφοράς.
Η κυβέρνηση του Donald Trump εξετάζει το ενδεχόμενο απαγόρευσης των εξαγωγών diesel, επιχειρώντας να συγκρατήσει τις εγχώριες τιμές, οι οποίες έχουν εκτοξευθεί.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα φέρεται να έχει αναστείλει τις εξαγωγές διυλισμένων καυσίμων για τον Οκτώβριο, δίνοντας προτεραιότητα στην ασφάλεια του εφοδιασμού της.
Όταν δύο από τους μεγαλύτερους ενεργειακούς παίκτες του πλανήτη στρέφονται ταυτόχρονα στην προστασία των εγχώριων αποθεμάτων, η αγορά έχει κάθε λόγο να ανησυχεί.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν πρόκειται απλώς για προσωρινά μέτρα αντιμετώπισης των υψηλών τιμών ή εάν οι δύο χώρες προετοιμάζονται για ένα παρατεταμένο διάστημα σοβαρών διαταραχών στην παγκόσμια προσφορά καυσίμων.
Ο Trump εξετάζει το μπλόκο στο diesel – Πίεση για να πέσουν οι τιμές στις ΗΠΑ
Ο Donald Trump δήλωσε στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 ότι συζητά καθημερινά το ενδεχόμενο απαγόρευσης των εξαγωγών diesel, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση αναζητά τρόπους να περιορίσει το ενεργειακό κόστος.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αναγνώρισε ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στις τιμές της βενζίνης, υποστήριξε όμως ότι ενδέχεται να συμβάλει στη μείωση του κόστους του diesel.
Οι πιέσεις είναι έντονες. Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί περισσότερο από 40% σε ετήσια βάση, ενώ το diesel έφθασε πρόσφατα στο ιστορικό υψηλό των 6,53 δολαρίων ανά γαλόνι, σύμφωνα με στοιχεία της AAA.
Η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει διάφορες επιλογές: από μια γενικευμένη απαγόρευση εξαγωγών έως εθελοντικούς περιορισμούς από τα διυλιστήρια και διεύρυνση της διάθεσης diesel που απαλλάσσεται από ορισμένους φόρους.
Ωστόσο, μια τέτοια απόφαση δεν θα περιοριζόταν στην αμερικανική αγορά. Οι ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί σε βασικό προμηθευτή diesel για πολλές οικονομίες, καλύπτοντας μέρος του κενού που άφησαν οι διαταραχές στις εξαγωγές από τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή.
Επομένως, ένα αμερικανικό μπλόκο θα μπορούσε να μεταφέρει την πίεση σε εισαγωγικές χώρες, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα φορτία και εντείνοντας τις ανατιμήσεις.
Η Κίνα παγώνει τις εξαγωγές – Προτεραιότητα στην εγχώρια επάρκεια
Την ώρα που η Ουάσιγκτον εξετάζει περιορισμούς, το Πεκίνο φέρεται να έχει ήδη κινηθεί προς την ίδια κατεύθυνση.
Σύμφωνα με το Reuters, τα κινεζικά διυλιστήρια ανέστειλαν τις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων προς προορισμούς εκτός του Hong Kong και του Macau για τον Οκτώβριο, αναμένοντας νεότερες οδηγίες από την κινεζική κυβέρνηση.
Η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PetroChina ακύρωσε ορισμένες αποστολές βενζίνης και καυσίμων αεροσκαφών που είχαν προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο. Παράλληλα, η Zhejiang Petrochemical Corp δεν προγραμμάτισε αποστολές πετρελαϊκών προϊόντων κατά τη διάρκεια της εβδομάδας των αργιών στην Κίνα.
Η απόφαση εντάσσεται στην προσπάθεια του Πεκίνου να διασφαλίσει την εγχώρια ενεργειακή επάρκεια, καθώς οι πολεμικές συγκρούσεις έχουν περιορίσει την προσφορά αργού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων.
Το Reuters επισημαίνει ότι δεν έχει αποσαφηνιστεί πότε θα μπορούσαν να επανεκκινήσουν οι εξαγωγές. Η εξέλιξη θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από τα επίπεδα των εγχώριων αποθεμάτων και την παραγωγή των διυλιστηρίων.
Η Κίνα είχε χαλαρώσει τους περιορισμούς στις εξαγωγές από τα μέσα Ιουλίου, επιτρέποντας την ανάκαμψη των αποστολών. Τον Αύγουστο, οι εξαγωγές βενζίνης, diesel και καυσίμων αεροσκαφών έφθασαν συνολικά τους 4,58 εκατ. τόνους.
Τώρα, όμως, η προτεραιότητα φαίνεται να αλλάζει: πρώτα η κάλυψη της εγχώριας ζήτησης και στη συνέχεια η διάθεση πλεονασμάτων στις διεθνείς αγορές.
Οι δύο υπερδυνάμεις κλείνουν την πόρτα στις εξαγωγές;
Η σύμπτωση των κινήσεων ΗΠΑ και Κίνας δημιουργεί μια νέα, ιδιαίτερα επικίνδυνη συνθήκη για τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Από τη μία πλευρά, η Ουάσιγκτον εξετάζει το ενδεχόμενο να περιορίσει τις εξαγωγές ενός καυσίμου κρίσιμης σημασίας για τις μεταφορές, τη βιομηχανία και την εφοδιαστική αλυσίδα. Από την άλλη, το Πεκίνο περιορίζει τις εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων, επιδιώκοντας να προστατεύσει τα δικά του αποθέματα.
Δεν υπάρχουν, μέχρι στιγμής, στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι δύο κινήσεις αποτελούν μέρος ενός κοινού σχεδιασμού ή ότι προαναγγέλλουν μια συντονισμένη στρατηγική. Ωστόσο, η παράλληλη στροφή προς την ενεργειακή αυτάρκεια αποκαλύπτει πόσο ευάλωτη έχει γίνει η παγκόσμια αγορά.
Το ενδεχόμενο να περιοριστεί η διαθεσιμότητα καυσίμων στις διεθνείς αγορές, την ώρα που οι ενεργειακές ανάγκες παραμένουν υψηλές, προκαλεί εύλογη ανησυχία.
Και το ερώτημα που προκύπτει είναι σαφές: Μήπως οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου προετοιμάζονται για ένα σενάριο στο οποίο η εξασφάλιση καυσίμων θα έχει μεγαλύτερη σημασία από τα έσοδα των εξαγωγών;
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αλλάζει τους ενεργειακούς συσχετισμούς
Η βασική αιτία της αναταραχής βρίσκεται στις πολεμικές συγκρούσεις και στις επιπτώσεις τους στην παγκόσμια παραγωγή και διακίνηση πετρελαίου.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει περιορίσει τις διαθέσιμες ποσότητες αργού και διυλισμένων προϊόντων, ενώ οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας έχουν επιβαρύνει περαιτέρω την προσφορά.
Οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές για το diesel, καθώς η αγορά εξαρτάται από ένα περιορισμένο δίκτυο μεγάλων εξαγωγέων και διυλιστηρίων.
Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, οι ΗΠΑ αύξησαν τις εξαγωγές diesel κατά περισσότερο από 20% μέσα στο 2026, φθάνοντας περίπου τα 1,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Με αυτόν τον τρόπο κάλυψαν μέρος των ποσοτήτων που χάθηκαν από τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή.
Όμως η αυξημένη εξαγωγική δραστηριότητα έχει και αντίτιμο: τα αμερικανικά αποθέματα diesel έχουν υποχωρήσει σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα για την εποχή, γεγονός που ενισχύει τα επιχειρήματα υπέρ των περιορισμών.
Παράλληλα, η Κίνα αντιμετωπίζει τη δική της πίεση. Τα χαμηλά αποθέματα καυσίμων και οι διαταραχές στην προμήθεια αργού περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών των κινεζικών διυλιστηρίων.
Ενεργειακός προστατευτισμός με παγκόσμιες συνέπειες
Εάν οι περιορισμοί στις εξαγωγές επεκταθούν, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα αισθητές σε χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές diesel και άλλων πετρελαϊκών προϊόντων.
Η Ευρώπη, η οποία έχει περιορίσει τις εισαγωγές ρωσικών καυσίμων μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, έχει αυξήσει την εξάρτησή της από εναλλακτικούς προμηθευτές, μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ.
Το Reuters μετέδωσε την 1η Οκτωβρίου ότι η αμερικανική κυβέρνηση πίεσε τη Γαλλία και τη Γερμανία να διαθέσουν έκτακτα αποθέματα diesel, προειδοποιώντας για το ενδεχόμενο περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η Ουάσιγκτον ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση να απελευθερώσει 120 εκατ. βαρέλια diesel μέσα στους επόμενους έξι μήνες.
Η εξέλιξη αποκαλύπτει το μέγεθος της πίεσης που δέχεται η αγορά: οι ΗΠΑ, ένας από τους βασικούς προμηθευτές καυσίμων διεθνώς, εξετάζουν να περιορίσουν τις εξαγωγές τους, ενώ ταυτόχρονα ζητούν από την Ευρώπη να διαθέσει μέρος των στρατηγικών της αποθεμάτων.
Πρόκειται για μια εικόνα που αναδεικνύει την ένταση του ενεργειακού ανταγωνισμού και τη δυσκολία διασφάλισης επαρκών ποσοτήτων σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης.
Προσωρινή άμυνα ή προετοιμασία για παρατεταμένη κρίση;
Η ταυτόχρονη κινητοποίηση ΗΠΑ και Κίνας δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι επίκειται μια νέα παγκόσμια ενεργειακή κρίση. Αποτελεί, ωστόσο, σαφή ένδειξη ότι οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους για την επάρκεια και το κόστος των καυσίμων.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να συγκρατήσει τις εγχώριες τιμές, ενώ το Πεκίνο δίνει προτεραιότητα στην προστασία των αποθεμάτων του. Και οι δύο κινήσεις έχουν μια κοινή συνέπεια: λιγότερες διαθέσιμες ποσότητες για τις διεθνείς αγορές, εφόσον οι περιορισμοί παραταθούν ή επεκταθούν.
Το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τις διαταραχές στη ρωσική ενεργειακή παραγωγή, καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την αποκατάσταση της ισορροπίας.
Οι αγορές καλούνται πλέον να απαντήσουν σε ένα κρίσιμο ερώτημα: οι περιορισμοί στις εξαγωγές είναι απλώς μια προσωρινή αντίδραση στην ενεργειακή αναταραχή ή προμηνύουν μια περίοδο κατά την οποία οι μεγάλες δυνάμεις θα κρατούν ολοένα και περισσότερα καύσιμα για τον εαυτό τους;
Αν επικρατήσει το δεύτερο σενάριο, το κόστος δεν θα περιοριστεί στις τιμές του πετρελαίου.
Θα μπορούσε να περάσει στις μεταφορές, στη βιομηχανία, στην παραγωγή και τελικά στις τιμές των προϊόντων, μεταφέροντας την ενεργειακή κρίση στην καθημερινότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Financial Times: Το diesel θα παραμείνει πανάκριβο για έναν χρόνο
Οι υψηλές τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ δεν φαίνεται να αποτελούν ωστόσο ένα παροδικό πρόβλημα.
Αντίθετα, οι επικεφαλής της αμερικανικής πετρελαϊκής και ενεργειακής βιομηχανίας εκτιμούν ότι η αγορά diesel θα χρειαστεί περισσότερο από έναν χρόνο για να επιστρέψει σε φυσιολογικά επίπεδα.
Σύμφωνα με έρευνα της Federal Reserve Bank of Dallas, την οποία επικαλείται η Financial Times, σχεδόν οι μισοί από τους συμμετέχοντες εκτιμούν ότι θα χρειαστούν περισσότερα από τέσσερα τρίμηνα προκειμένου οι τιμές του diesel να επιστρέψουν στα επίπεδα του 2025.
Τα ευρήματα εντείνουν τις ανησυχίες για τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης, καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν και των ουκρανικών επιθέσεων στις ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις εξακολουθούν να περιορίζουν την προσφορά καυσίμων.
Συναγερμός στην αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία
Η έρευνα της Federal Reserve Bank of Dallas πραγματοποιήθηκε σε περίπου 100 εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου στις ΗΠΑ.
Πρόκειται για μια τριμηνιαία καταγραφή των συνθηκών και των εκτιμήσεων της ενεργειακής βιομηχανίας, η οποία, χάρη στην ανωνυμία των απαντήσεων, αποτυπώνει συχνά με μεγαλύτερη ειλικρίνεια τις απόψεις των στελεχών του κλάδου.
Σχεδόν οι μισοί ερωτηθέντες εκτιμούν ότι θα χρειαστεί περισσότερο από ένα έτος για να υποχωρήσουν οι τιμές του diesel στα επίπεδα του 2025.
Η εκτίμηση αυτή αποτελεί προειδοποίηση για τις προοπτικές της αμερικανικής οικονομίας, καθώς το diesel είναι κρίσιμο καύσιμο για τις μεταφορές, τη γεωργία, τη βιομηχανία και τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας.
«Το diesel είναι το μητρικό γάλα της οικονομίας. Μόλις τώρα αρχίζουμε να βλέπουμε τις επιπτώσεις του στην ευρύτερη οικονομία», δήλωσε ένας από τους συμμετέχοντες στην έρευνα, ο οποίος εργάζεται σε εταιρεία παροχής υποστηρικτικών υπηρεσιών προς τη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει τον κίνδυνο μετάδοσης της ενεργειακής κρίσης σε ολόκληρη την οικονομία, καθώς το αυξημένο κόστος καυσίμων μεταφέρεται σταδιακά στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών.
Ρεκόρ 6,50 δολαρίων ανά γαλόνι
Στις αρχές του Σεπτεμβρίου, η τιμή του diesel στις ΗΠΑ εκτοξεύθηκε στα 6,50 δολάρια ανά γαλόνι, ξεπερνώντας το προηγούμενο ιστορικό υψηλό που είχε καταγραφεί το 2022.
Η εκτίναξη του κόστους των καυσίμων έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές πιέσεις στους Αμερικανούς αγρότες, στις μικρές επιχειρήσεις και στις μεταφορικές εταιρείες.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις τιμές στην αντλία. Το diesel αποτελεί βασικό παράγοντα κόστους για τη μεταφορά αγροτικών προϊόντων, τη λειτουργία των γεωργικών μηχανημάτων και τη διακίνηση εμπορευμάτων.
Έτσι, η παρατεταμένη διατήρηση των τιμών σε υψηλά επίπεδα απειλεί να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να επιβαρύνει περαιτέρω τα αμερικανικά νοικοκυριά.
Ο πόλεμος με το Ιράν και τα ουκρανικά πλήγματα στραγγαλίζουν την προσφορά
Η κρίση στην αγορά diesel συνδέεται άμεσα με τις διαταραχές στην παγκόσμια ενεργειακή εφοδιαστική αλυσίδα.
Ο πόλεμος με το Ιράν έχει περιορίσει την προσφορά καυσίμων από τη Μέση Ανατολή, ενώ οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης έχουν προκαλέσει πρόσθετες πιέσεις στην αγορά.
Η μείωση των διαθέσιμων ποσοτήτων από αυτές τις περιοχές έχει αυξήσει τη σημασία των αμερικανικών εξαγωγών, καθώς αγοραστές στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική στρέφονται στις ΗΠΑ για να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Ωστόσο, η αυξημένη ζήτηση για αμερικανικό diesel δημιουργεί ένα δίλημμα για την κυβέρνηση του Donald Trump: να συνεχίσει τις εξαγωγές, στηρίζοντας τους διεθνείς πελάτες, ή να περιορίσει τις αποστολές προκειμένου να αυξήσει τη διαθεσιμότητα στην εγχώρια αγορά.
Ο Trump εξετάζει απαγόρευση εξαγωγών diesel
Η πίεση από τις υψηλές τιμές έχει οδηγήσει τον Donald Trump να εξετάζει ακόμη και την επιβολή απαγόρευσης στις εξαγωγές diesel από τις ΗΠΑ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος συζήτησε τη Δευτέρα με τους συμβούλους του το ενδεχόμενο εφαρμογής ενός τέτοιου μέτρου, με στόχο την αύξηση της εγχώριας προσφοράς και τη μείωση των τιμών.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον εντείνει τις πιέσεις προς τους Ευρωπαίους συμμάχους της, ζητώντας τους να διαθέσουν μέρος των αποθεμάτων diesel στην αγορά. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επίσης συζητήσει το ενδεχόμενο να ζητήσουν από την Κίνα να αυξήσει την παραγωγή diesel.
Οι κινήσεις αυτές αποκαλύπτουν το μέγεθος της ανησυχίας για την επάρκεια των καυσίμων. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν τις αντιφάσεις μιας πολιτικής που επιδιώκει να συγκρατήσει τις εγχώριες τιμές, ενώ η διεθνής αγορά εξαρτάται ολοένα περισσότερο από τις αμερικανικές προμήθειες.
Το παράδοξο της απαγόρευσης: Φθηνότερο diesel στις ΗΠΑ, ακριβότερα καύσιμα διεθνώς
Μια απαγόρευση εξαγωγών diesel από τις ΗΠΑ θα μπορούσε αρχικά να αυξήσει τις διαθέσιμες ποσότητες στην εγχώρια αγορά και να ασκήσει πτωτική πίεση στις τιμές.
Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι οι επιπτώσεις μπορεί να είναι αντίθετες σε βάθος χρόνου, καθώς οι διεθνείς αγοραστές θα αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές προμήθειας, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για τα διαθέσιμα φορτία.
Ο Claudio Galimberti, επικεφαλής οικονομολόγος της Rystad Energy, προειδοποίησε ότι οι αγοραστές στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, οι οποίοι βασίζονται στις αμερικανικές εξαγωγές για να καλύψουν το έλλειμμα από τη Μέση Ανατολή, θα βρεθούν αντιμέτωποι με σημαντικές ανατιμήσεις.
«Η επίσημη επιβολή απαγόρευσης στις εξαγωγές θα αυξήσει απότομα τις τιμές του diesel στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, περιοχές όπου τα αποθέματα καυσίμων βρίσκονται ήδη σε χαμηλά επίπεδα», δήλωσε ο Galimberti.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι σταδιακά θα αυξηθούν και οι τιμές της βενζίνης και των καυσίμων αεροσκαφών στις ΗΠΑ, καθώς τα διυλιστήρια στις ακτές του Κόλπου του Μεξικού θα αναγκαστούν να περιορίσουν τη δραστηριότητά τους σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Με άλλα λόγια, μια απόφαση που θα είχε ως στόχο την ανακούφιση των Αμερικανών καταναλωτών θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες πιέσεις τόσο στις διεθνείς αγορές όσο και στην ίδια την αμερικανική οικονομία.
Ενεργειακός εφιάλτης για τους Ρεπουμπλικανούς πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές
Η εκτίναξη των τιμών του diesel εξελίσσεται σε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικανούς, καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ.
Οι υψηλές τιμές επιβαρύνουν άμεσα τους αγρότες και τις μικρές επιχειρήσεις, ενώ αυξάνουν το κόστος μεταφορών και παραγωγής. Η πίεση αυτή μπορεί να ενισχύσει τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων απέναντι στην κυβέρνηση, εάν δεν υπάρξει ουσιαστική αποκλιμάκωση πριν από την κάλπη.
Η πολιτική διάσταση της ενεργειακής κρίσης γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στο Τέξας, όπου η εκλογική αναμέτρηση για μία έδρα στη Γερουσία έχει εξελιχθεί σε πιο ανταγωνιστική από ό,τι αναμενόταν.
Ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης της πολιτείας, Greg Abbott, κήρυξε τη Δευτέρα κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε ολόκληρο το Τέξας λόγω της αύξησης των τιμών του diesel.
Παράλληλα, προχώρησε σε χαλάρωση ορισμένων περιορισμών στις εμπορευματικές μεταφορές, επιδιώκοντας να μειώσει το κόστος για τις επιχειρήσεις και να διευκολύνει τη μεταφορά καυσίμων και αγροτικών προϊόντων.
Έκτακτα μέτρα στο Τέξας – Χαλαρώνουν οι περιορισμοί στη χρήση diesel
Στο πλαίσιο των μέτρων, ο Greg Abbott επέτρεψε προσωρινά τη χρήση βαμμένου diesel στους δρόμους του Τέξας.
Πρόκειται για καύσιμο που συνήθως απαγορεύεται να χρησιμοποιείται σε οχήματα που κινούνται σε δημόσιους δρόμους, καθώς προορίζεται κυρίως για μηχανήματα και οχήματα εκτός οδικού δικτύου.
Η απόφαση αποσκοπεί στη μείωση του κόστους για αγρότες και επαγγελματίες των μεταφορών, επιτρέποντάς τους να αξιοποιήσουν καύσιμο που υπό κανονικές συνθήκες υπόκειται σε διαφορετικούς φορολογικούς και κανονιστικούς κανόνες.
Ο κυβερνήτης ζήτησε επίσης από την αμερικανική Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA) να αναστείλει προσωρινά τις απαιτήσεις για το diesel εξαιρετικά χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο.
«Η γεωργία και οι μεταφορές του Τέξας λειτουργούν με diesel. Οι πρωτοφανείς τιμές θέτουν σε κίνδυνο και τους δύο κλάδους και αυξάνουν το κόστος για κάθε οικογένεια στο Τέξας», δήλωσε ο Abbott.
Όπως πρόσθεσε, οι αγρότες και οι οδηγοί φορτηγών μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν βαμμένο diesel στους δρόμους της πολιτείας, ενώ τα φορτία καυσίμων, αγροτικών προϊόντων και ξυλείας μπορούν να μεταφέρονται με μεγαλύτερο βάρος.
Η αγορά προεξοφλεί παρατεταμένη κρίση
Το βασικό μήνυμα της έρευνας της Federal Reserve Bank of Dallas είναι ότι η ενεργειακή κρίση ενδέχεται να έχει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από ό,τι υπολογίζουν οι αγορές.
Η εκτίμηση ότι οι τιμές του diesel μπορεί να χρειαστούν περισσότερο από έναν χρόνο για να επιστρέψουν στα επίπεδα του 2025 υπογραμμίζει τους κινδύνους για την αμερικανική οικονομία, αλλά και για τις διεθνείς αγορές που εξαρτώνται από τις εξαγωγές των ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Trump βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: η απαγόρευση εξαγωγών μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στην εγχώρια αγορά, αλλά ενδέχεται να προκαλέσει νέες ανατιμήσεις διεθνώς και να επιβαρύνει άλλες κατηγορίες καυσίμων στις ίδιες τις ΗΠΑ.
Το πολιτικό διακύβευμα είναι πλέον σαφές: εάν το κόστος των καυσίμων παραμείνει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα μέχρι τον Νοέμβριο, η ενεργειακή κρίση κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν από τους βασικούς παράγοντες δυσαρέσκειας των Αμερικανών ψηφοφόρων πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
www.bankingnews.gr
Μέσα σε λίγες ημέρες, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα προχωρούν ή εξετάζουν κινήσεις περιορισμού των εξαγωγών καυσίμων, προκαλώντας νέα ερωτήματα για την επάρκεια της διεθνούς προσφοράς.
Η κυβέρνηση του Donald Trump εξετάζει το ενδεχόμενο απαγόρευσης των εξαγωγών diesel, επιχειρώντας να συγκρατήσει τις εγχώριες τιμές, οι οποίες έχουν εκτοξευθεί.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα φέρεται να έχει αναστείλει τις εξαγωγές διυλισμένων καυσίμων για τον Οκτώβριο, δίνοντας προτεραιότητα στην ασφάλεια του εφοδιασμού της.
Όταν δύο από τους μεγαλύτερους ενεργειακούς παίκτες του πλανήτη στρέφονται ταυτόχρονα στην προστασία των εγχώριων αποθεμάτων, η αγορά έχει κάθε λόγο να ανησυχεί.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν πρόκειται απλώς για προσωρινά μέτρα αντιμετώπισης των υψηλών τιμών ή εάν οι δύο χώρες προετοιμάζονται για ένα παρατεταμένο διάστημα σοβαρών διαταραχών στην παγκόσμια προσφορά καυσίμων.
Ο Trump εξετάζει το μπλόκο στο diesel – Πίεση για να πέσουν οι τιμές στις ΗΠΑ
Ο Donald Trump δήλωσε στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 ότι συζητά καθημερινά το ενδεχόμενο απαγόρευσης των εξαγωγών diesel, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση αναζητά τρόπους να περιορίσει το ενεργειακό κόστος.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αναγνώρισε ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στις τιμές της βενζίνης, υποστήριξε όμως ότι ενδέχεται να συμβάλει στη μείωση του κόστους του diesel.
Οι πιέσεις είναι έντονες. Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί περισσότερο από 40% σε ετήσια βάση, ενώ το diesel έφθασε πρόσφατα στο ιστορικό υψηλό των 6,53 δολαρίων ανά γαλόνι, σύμφωνα με στοιχεία της AAA.
Η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει διάφορες επιλογές: από μια γενικευμένη απαγόρευση εξαγωγών έως εθελοντικούς περιορισμούς από τα διυλιστήρια και διεύρυνση της διάθεσης diesel που απαλλάσσεται από ορισμένους φόρους.
Ωστόσο, μια τέτοια απόφαση δεν θα περιοριζόταν στην αμερικανική αγορά. Οι ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί σε βασικό προμηθευτή diesel για πολλές οικονομίες, καλύπτοντας μέρος του κενού που άφησαν οι διαταραχές στις εξαγωγές από τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή.
Επομένως, ένα αμερικανικό μπλόκο θα μπορούσε να μεταφέρει την πίεση σε εισαγωγικές χώρες, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα φορτία και εντείνοντας τις ανατιμήσεις.
Η Κίνα παγώνει τις εξαγωγές – Προτεραιότητα στην εγχώρια επάρκεια
Την ώρα που η Ουάσιγκτον εξετάζει περιορισμούς, το Πεκίνο φέρεται να έχει ήδη κινηθεί προς την ίδια κατεύθυνση.
Σύμφωνα με το Reuters, τα κινεζικά διυλιστήρια ανέστειλαν τις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων προς προορισμούς εκτός του Hong Kong και του Macau για τον Οκτώβριο, αναμένοντας νεότερες οδηγίες από την κινεζική κυβέρνηση.
Η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PetroChina ακύρωσε ορισμένες αποστολές βενζίνης και καυσίμων αεροσκαφών που είχαν προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο. Παράλληλα, η Zhejiang Petrochemical Corp δεν προγραμμάτισε αποστολές πετρελαϊκών προϊόντων κατά τη διάρκεια της εβδομάδας των αργιών στην Κίνα.
Η απόφαση εντάσσεται στην προσπάθεια του Πεκίνου να διασφαλίσει την εγχώρια ενεργειακή επάρκεια, καθώς οι πολεμικές συγκρούσεις έχουν περιορίσει την προσφορά αργού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων.
Το Reuters επισημαίνει ότι δεν έχει αποσαφηνιστεί πότε θα μπορούσαν να επανεκκινήσουν οι εξαγωγές. Η εξέλιξη θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από τα επίπεδα των εγχώριων αποθεμάτων και την παραγωγή των διυλιστηρίων.
Η Κίνα είχε χαλαρώσει τους περιορισμούς στις εξαγωγές από τα μέσα Ιουλίου, επιτρέποντας την ανάκαμψη των αποστολών. Τον Αύγουστο, οι εξαγωγές βενζίνης, diesel και καυσίμων αεροσκαφών έφθασαν συνολικά τους 4,58 εκατ. τόνους.
Τώρα, όμως, η προτεραιότητα φαίνεται να αλλάζει: πρώτα η κάλυψη της εγχώριας ζήτησης και στη συνέχεια η διάθεση πλεονασμάτων στις διεθνείς αγορές.
Οι δύο υπερδυνάμεις κλείνουν την πόρτα στις εξαγωγές;
Η σύμπτωση των κινήσεων ΗΠΑ και Κίνας δημιουργεί μια νέα, ιδιαίτερα επικίνδυνη συνθήκη για τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Από τη μία πλευρά, η Ουάσιγκτον εξετάζει το ενδεχόμενο να περιορίσει τις εξαγωγές ενός καυσίμου κρίσιμης σημασίας για τις μεταφορές, τη βιομηχανία και την εφοδιαστική αλυσίδα. Από την άλλη, το Πεκίνο περιορίζει τις εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων, επιδιώκοντας να προστατεύσει τα δικά του αποθέματα.
Δεν υπάρχουν, μέχρι στιγμής, στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι δύο κινήσεις αποτελούν μέρος ενός κοινού σχεδιασμού ή ότι προαναγγέλλουν μια συντονισμένη στρατηγική. Ωστόσο, η παράλληλη στροφή προς την ενεργειακή αυτάρκεια αποκαλύπτει πόσο ευάλωτη έχει γίνει η παγκόσμια αγορά.
Το ενδεχόμενο να περιοριστεί η διαθεσιμότητα καυσίμων στις διεθνείς αγορές, την ώρα που οι ενεργειακές ανάγκες παραμένουν υψηλές, προκαλεί εύλογη ανησυχία.
Και το ερώτημα που προκύπτει είναι σαφές: Μήπως οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου προετοιμάζονται για ένα σενάριο στο οποίο η εξασφάλιση καυσίμων θα έχει μεγαλύτερη σημασία από τα έσοδα των εξαγωγών;
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αλλάζει τους ενεργειακούς συσχετισμούς
Η βασική αιτία της αναταραχής βρίσκεται στις πολεμικές συγκρούσεις και στις επιπτώσεις τους στην παγκόσμια παραγωγή και διακίνηση πετρελαίου.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει περιορίσει τις διαθέσιμες ποσότητες αργού και διυλισμένων προϊόντων, ενώ οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας έχουν επιβαρύνει περαιτέρω την προσφορά.
Οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές για το diesel, καθώς η αγορά εξαρτάται από ένα περιορισμένο δίκτυο μεγάλων εξαγωγέων και διυλιστηρίων.
Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, οι ΗΠΑ αύξησαν τις εξαγωγές diesel κατά περισσότερο από 20% μέσα στο 2026, φθάνοντας περίπου τα 1,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Με αυτόν τον τρόπο κάλυψαν μέρος των ποσοτήτων που χάθηκαν από τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή.
Όμως η αυξημένη εξαγωγική δραστηριότητα έχει και αντίτιμο: τα αμερικανικά αποθέματα diesel έχουν υποχωρήσει σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα για την εποχή, γεγονός που ενισχύει τα επιχειρήματα υπέρ των περιορισμών.
Παράλληλα, η Κίνα αντιμετωπίζει τη δική της πίεση. Τα χαμηλά αποθέματα καυσίμων και οι διαταραχές στην προμήθεια αργού περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών των κινεζικών διυλιστηρίων.
Ενεργειακός προστατευτισμός με παγκόσμιες συνέπειες
Εάν οι περιορισμοί στις εξαγωγές επεκταθούν, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα αισθητές σε χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές diesel και άλλων πετρελαϊκών προϊόντων.
Η Ευρώπη, η οποία έχει περιορίσει τις εισαγωγές ρωσικών καυσίμων μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, έχει αυξήσει την εξάρτησή της από εναλλακτικούς προμηθευτές, μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ.
Το Reuters μετέδωσε την 1η Οκτωβρίου ότι η αμερικανική κυβέρνηση πίεσε τη Γαλλία και τη Γερμανία να διαθέσουν έκτακτα αποθέματα diesel, προειδοποιώντας για το ενδεχόμενο περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η Ουάσιγκτον ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση να απελευθερώσει 120 εκατ. βαρέλια diesel μέσα στους επόμενους έξι μήνες.
Η εξέλιξη αποκαλύπτει το μέγεθος της πίεσης που δέχεται η αγορά: οι ΗΠΑ, ένας από τους βασικούς προμηθευτές καυσίμων διεθνώς, εξετάζουν να περιορίσουν τις εξαγωγές τους, ενώ ταυτόχρονα ζητούν από την Ευρώπη να διαθέσει μέρος των στρατηγικών της αποθεμάτων.
Πρόκειται για μια εικόνα που αναδεικνύει την ένταση του ενεργειακού ανταγωνισμού και τη δυσκολία διασφάλισης επαρκών ποσοτήτων σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης.
Προσωρινή άμυνα ή προετοιμασία για παρατεταμένη κρίση;
Η ταυτόχρονη κινητοποίηση ΗΠΑ και Κίνας δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι επίκειται μια νέα παγκόσμια ενεργειακή κρίση. Αποτελεί, ωστόσο, σαφή ένδειξη ότι οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους για την επάρκεια και το κόστος των καυσίμων.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να συγκρατήσει τις εγχώριες τιμές, ενώ το Πεκίνο δίνει προτεραιότητα στην προστασία των αποθεμάτων του. Και οι δύο κινήσεις έχουν μια κοινή συνέπεια: λιγότερες διαθέσιμες ποσότητες για τις διεθνείς αγορές, εφόσον οι περιορισμοί παραταθούν ή επεκταθούν.
Το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τις διαταραχές στη ρωσική ενεργειακή παραγωγή, καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την αποκατάσταση της ισορροπίας.
Οι αγορές καλούνται πλέον να απαντήσουν σε ένα κρίσιμο ερώτημα: οι περιορισμοί στις εξαγωγές είναι απλώς μια προσωρινή αντίδραση στην ενεργειακή αναταραχή ή προμηνύουν μια περίοδο κατά την οποία οι μεγάλες δυνάμεις θα κρατούν ολοένα και περισσότερα καύσιμα για τον εαυτό τους;
Αν επικρατήσει το δεύτερο σενάριο, το κόστος δεν θα περιοριστεί στις τιμές του πετρελαίου.
Θα μπορούσε να περάσει στις μεταφορές, στη βιομηχανία, στην παραγωγή και τελικά στις τιμές των προϊόντων, μεταφέροντας την ενεργειακή κρίση στην καθημερινότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Financial Times: Το diesel θα παραμείνει πανάκριβο για έναν χρόνο
Οι υψηλές τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ δεν φαίνεται να αποτελούν ωστόσο ένα παροδικό πρόβλημα.
Αντίθετα, οι επικεφαλής της αμερικανικής πετρελαϊκής και ενεργειακής βιομηχανίας εκτιμούν ότι η αγορά diesel θα χρειαστεί περισσότερο από έναν χρόνο για να επιστρέψει σε φυσιολογικά επίπεδα.
Σύμφωνα με έρευνα της Federal Reserve Bank of Dallas, την οποία επικαλείται η Financial Times, σχεδόν οι μισοί από τους συμμετέχοντες εκτιμούν ότι θα χρειαστούν περισσότερα από τέσσερα τρίμηνα προκειμένου οι τιμές του diesel να επιστρέψουν στα επίπεδα του 2025.
Τα ευρήματα εντείνουν τις ανησυχίες για τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης, καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν και των ουκρανικών επιθέσεων στις ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις εξακολουθούν να περιορίζουν την προσφορά καυσίμων.
Συναγερμός στην αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία
Η έρευνα της Federal Reserve Bank of Dallas πραγματοποιήθηκε σε περίπου 100 εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου στις ΗΠΑ.
Πρόκειται για μια τριμηνιαία καταγραφή των συνθηκών και των εκτιμήσεων της ενεργειακής βιομηχανίας, η οποία, χάρη στην ανωνυμία των απαντήσεων, αποτυπώνει συχνά με μεγαλύτερη ειλικρίνεια τις απόψεις των στελεχών του κλάδου.
Σχεδόν οι μισοί ερωτηθέντες εκτιμούν ότι θα χρειαστεί περισσότερο από ένα έτος για να υποχωρήσουν οι τιμές του diesel στα επίπεδα του 2025.
Η εκτίμηση αυτή αποτελεί προειδοποίηση για τις προοπτικές της αμερικανικής οικονομίας, καθώς το diesel είναι κρίσιμο καύσιμο για τις μεταφορές, τη γεωργία, τη βιομηχανία και τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας.
«Το diesel είναι το μητρικό γάλα της οικονομίας. Μόλις τώρα αρχίζουμε να βλέπουμε τις επιπτώσεις του στην ευρύτερη οικονομία», δήλωσε ένας από τους συμμετέχοντες στην έρευνα, ο οποίος εργάζεται σε εταιρεία παροχής υποστηρικτικών υπηρεσιών προς τη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει τον κίνδυνο μετάδοσης της ενεργειακής κρίσης σε ολόκληρη την οικονομία, καθώς το αυξημένο κόστος καυσίμων μεταφέρεται σταδιακά στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών.
Ρεκόρ 6,50 δολαρίων ανά γαλόνι
Στις αρχές του Σεπτεμβρίου, η τιμή του diesel στις ΗΠΑ εκτοξεύθηκε στα 6,50 δολάρια ανά γαλόνι, ξεπερνώντας το προηγούμενο ιστορικό υψηλό που είχε καταγραφεί το 2022.
Η εκτίναξη του κόστους των καυσίμων έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές πιέσεις στους Αμερικανούς αγρότες, στις μικρές επιχειρήσεις και στις μεταφορικές εταιρείες.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις τιμές στην αντλία. Το diesel αποτελεί βασικό παράγοντα κόστους για τη μεταφορά αγροτικών προϊόντων, τη λειτουργία των γεωργικών μηχανημάτων και τη διακίνηση εμπορευμάτων.
Έτσι, η παρατεταμένη διατήρηση των τιμών σε υψηλά επίπεδα απειλεί να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και να επιβαρύνει περαιτέρω τα αμερικανικά νοικοκυριά.
Ο πόλεμος με το Ιράν και τα ουκρανικά πλήγματα στραγγαλίζουν την προσφορά
Η κρίση στην αγορά diesel συνδέεται άμεσα με τις διαταραχές στην παγκόσμια ενεργειακή εφοδιαστική αλυσίδα.
Ο πόλεμος με το Ιράν έχει περιορίσει την προσφορά καυσίμων από τη Μέση Ανατολή, ενώ οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης έχουν προκαλέσει πρόσθετες πιέσεις στην αγορά.
Η μείωση των διαθέσιμων ποσοτήτων από αυτές τις περιοχές έχει αυξήσει τη σημασία των αμερικανικών εξαγωγών, καθώς αγοραστές στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική στρέφονται στις ΗΠΑ για να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Ωστόσο, η αυξημένη ζήτηση για αμερικανικό diesel δημιουργεί ένα δίλημμα για την κυβέρνηση του Donald Trump: να συνεχίσει τις εξαγωγές, στηρίζοντας τους διεθνείς πελάτες, ή να περιορίσει τις αποστολές προκειμένου να αυξήσει τη διαθεσιμότητα στην εγχώρια αγορά.
Ο Trump εξετάζει απαγόρευση εξαγωγών diesel
Η πίεση από τις υψηλές τιμές έχει οδηγήσει τον Donald Trump να εξετάζει ακόμη και την επιβολή απαγόρευσης στις εξαγωγές diesel από τις ΗΠΑ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος συζήτησε τη Δευτέρα με τους συμβούλους του το ενδεχόμενο εφαρμογής ενός τέτοιου μέτρου, με στόχο την αύξηση της εγχώριας προσφοράς και τη μείωση των τιμών.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον εντείνει τις πιέσεις προς τους Ευρωπαίους συμμάχους της, ζητώντας τους να διαθέσουν μέρος των αποθεμάτων diesel στην αγορά. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επίσης συζητήσει το ενδεχόμενο να ζητήσουν από την Κίνα να αυξήσει την παραγωγή diesel.
Οι κινήσεις αυτές αποκαλύπτουν το μέγεθος της ανησυχίας για την επάρκεια των καυσίμων. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν τις αντιφάσεις μιας πολιτικής που επιδιώκει να συγκρατήσει τις εγχώριες τιμές, ενώ η διεθνής αγορά εξαρτάται ολοένα περισσότερο από τις αμερικανικές προμήθειες.
Το παράδοξο της απαγόρευσης: Φθηνότερο diesel στις ΗΠΑ, ακριβότερα καύσιμα διεθνώς
Μια απαγόρευση εξαγωγών diesel από τις ΗΠΑ θα μπορούσε αρχικά να αυξήσει τις διαθέσιμες ποσότητες στην εγχώρια αγορά και να ασκήσει πτωτική πίεση στις τιμές.
Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι οι επιπτώσεις μπορεί να είναι αντίθετες σε βάθος χρόνου, καθώς οι διεθνείς αγοραστές θα αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές προμήθειας, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για τα διαθέσιμα φορτία.
Ο Claudio Galimberti, επικεφαλής οικονομολόγος της Rystad Energy, προειδοποίησε ότι οι αγοραστές στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, οι οποίοι βασίζονται στις αμερικανικές εξαγωγές για να καλύψουν το έλλειμμα από τη Μέση Ανατολή, θα βρεθούν αντιμέτωποι με σημαντικές ανατιμήσεις.
«Η επίσημη επιβολή απαγόρευσης στις εξαγωγές θα αυξήσει απότομα τις τιμές του diesel στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, περιοχές όπου τα αποθέματα καυσίμων βρίσκονται ήδη σε χαμηλά επίπεδα», δήλωσε ο Galimberti.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι σταδιακά θα αυξηθούν και οι τιμές της βενζίνης και των καυσίμων αεροσκαφών στις ΗΠΑ, καθώς τα διυλιστήρια στις ακτές του Κόλπου του Μεξικού θα αναγκαστούν να περιορίσουν τη δραστηριότητά τους σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Με άλλα λόγια, μια απόφαση που θα είχε ως στόχο την ανακούφιση των Αμερικανών καταναλωτών θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες πιέσεις τόσο στις διεθνείς αγορές όσο και στην ίδια την αμερικανική οικονομία.
Ενεργειακός εφιάλτης για τους Ρεπουμπλικανούς πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές
Η εκτίναξη των τιμών του diesel εξελίσσεται σε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικανούς, καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ.
Οι υψηλές τιμές επιβαρύνουν άμεσα τους αγρότες και τις μικρές επιχειρήσεις, ενώ αυξάνουν το κόστος μεταφορών και παραγωγής. Η πίεση αυτή μπορεί να ενισχύσει τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων απέναντι στην κυβέρνηση, εάν δεν υπάρξει ουσιαστική αποκλιμάκωση πριν από την κάλπη.
Η πολιτική διάσταση της ενεργειακής κρίσης γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στο Τέξας, όπου η εκλογική αναμέτρηση για μία έδρα στη Γερουσία έχει εξελιχθεί σε πιο ανταγωνιστική από ό,τι αναμενόταν.
Ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης της πολιτείας, Greg Abbott, κήρυξε τη Δευτέρα κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε ολόκληρο το Τέξας λόγω της αύξησης των τιμών του diesel.
Παράλληλα, προχώρησε σε χαλάρωση ορισμένων περιορισμών στις εμπορευματικές μεταφορές, επιδιώκοντας να μειώσει το κόστος για τις επιχειρήσεις και να διευκολύνει τη μεταφορά καυσίμων και αγροτικών προϊόντων.
Έκτακτα μέτρα στο Τέξας – Χαλαρώνουν οι περιορισμοί στη χρήση diesel
Στο πλαίσιο των μέτρων, ο Greg Abbott επέτρεψε προσωρινά τη χρήση βαμμένου diesel στους δρόμους του Τέξας.
Πρόκειται για καύσιμο που συνήθως απαγορεύεται να χρησιμοποιείται σε οχήματα που κινούνται σε δημόσιους δρόμους, καθώς προορίζεται κυρίως για μηχανήματα και οχήματα εκτός οδικού δικτύου.
Η απόφαση αποσκοπεί στη μείωση του κόστους για αγρότες και επαγγελματίες των μεταφορών, επιτρέποντάς τους να αξιοποιήσουν καύσιμο που υπό κανονικές συνθήκες υπόκειται σε διαφορετικούς φορολογικούς και κανονιστικούς κανόνες.
Ο κυβερνήτης ζήτησε επίσης από την αμερικανική Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA) να αναστείλει προσωρινά τις απαιτήσεις για το diesel εξαιρετικά χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο.
«Η γεωργία και οι μεταφορές του Τέξας λειτουργούν με diesel. Οι πρωτοφανείς τιμές θέτουν σε κίνδυνο και τους δύο κλάδους και αυξάνουν το κόστος για κάθε οικογένεια στο Τέξας», δήλωσε ο Abbott.
Όπως πρόσθεσε, οι αγρότες και οι οδηγοί φορτηγών μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν βαμμένο diesel στους δρόμους της πολιτείας, ενώ τα φορτία καυσίμων, αγροτικών προϊόντων και ξυλείας μπορούν να μεταφέρονται με μεγαλύτερο βάρος.
Η αγορά προεξοφλεί παρατεταμένη κρίση
Το βασικό μήνυμα της έρευνας της Federal Reserve Bank of Dallas είναι ότι η ενεργειακή κρίση ενδέχεται να έχει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από ό,τι υπολογίζουν οι αγορές.
Η εκτίμηση ότι οι τιμές του diesel μπορεί να χρειαστούν περισσότερο από έναν χρόνο για να επιστρέψουν στα επίπεδα του 2025 υπογραμμίζει τους κινδύνους για την αμερικανική οικονομία, αλλά και για τις διεθνείς αγορές που εξαρτώνται από τις εξαγωγές των ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Trump βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: η απαγόρευση εξαγωγών μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στην εγχώρια αγορά, αλλά ενδέχεται να προκαλέσει νέες ανατιμήσεις διεθνώς και να επιβαρύνει άλλες κατηγορίες καυσίμων στις ίδιες τις ΗΠΑ.
Το πολιτικό διακύβευμα είναι πλέον σαφές: εάν το κόστος των καυσίμων παραμείνει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα μέχρι τον Νοέμβριο, η ενεργειακή κρίση κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν από τους βασικούς παράγοντες δυσαρέσκειας των Αμερικανών ψηφοφόρων πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών